«Τομάτα» ή «ντομάτα»; Ποιο είναι (πιο) σωστό;

Τομάτα ή ντομάτα;

greenklish-books-kasseta-ntomates-me-titlo-tomata-intomata-poio-einai-pio-swsto
Τομάτα ή ντοματα;

Αναρωτιέστε πως γράφεται ή και λέγεται σωστά η ντομάτα; Τομάτα ή ντομάτα; Σας φαίνεται το τομάτα κάπως πιο επίσημο και όχι τόσο εύχρηστο, ενώ το ντομάτα σας ξενίζει λίγο με τον δίφθογγο «ντ» που περιέχει και παραπέμπει στο αγγλικό «d»; Δεν χρειάζεται να αναρωτιέστε. Όπως και να την πείτε είναι σωστό με τη λέξη τομάτα να είναι κάπως σωστότερη. Σε αυτό το άρθρο των greenklish books (και άρθρα) θα μιλήσουμε για τη λέξη τομάτα από που προήλθε, πως έγινε ντομάτα, ποιο είναι το σωστό και θα παρουσιάσουμε και τις υπόλοιπες περιπτώσεις που ένα σύμφωνο αλλάζει μορφή.

Η λέξη «τομάτα» είναι άμεσο γλωσσικό δάνειο από την ισπανική γλώσσα και τη λέξη tomate η οποία είναι και αυτή άμεσο δάνειο από τη γλώσσα των Αζτέκων νάουατλ και τη λέξη xitomatl. Σαν άμεσο δάνειο η λέξη προφέρεται και γράφεται τομάτα. Στην προφορά της ελληνικής γλώσσας όμως κάποιες λέξεις αλλάζουν κάπως για την αποφυγή της λεγόμενης χασμωδίας, ώστε να διευκολύνεται η προφορά. Αυτό το γλωσσικό φαινόμενο είναι τα φθογγικά πάθη και η τομάτα γίνεται ντομάτα λόγω της προφορικής ηχηροποίησης του στιγμιαίου συμφώνου τ μετά από το ένρινο ν της προσωπικής αντωνυμίας την: την τομάτα που γίνεται τη(ν) ντομάτα, το οποίο προφέρεται αλλά δεν γράφεται και δεν χρησιμοποιείται στην ονομαστική πτώση. Άρα η λέξη τομάτα είναι η σωστή.

Η λέξη ντομάτα είναι λάθος;

Η λέξη τομάτα όπως είπαμε παραπάνω είναι άμεσο δάνειο από τα ισπανικά στην ελληνική γλώσσα και κλίνεται ως εξής:

Ενικός
Η τομάτα
Της τομάτας
Την τομάτα (προφέρεται σαν ντομάτα)
- τομάτα

Πληθυντικός
Οι τομάτες
Των τοματών (προφέρεται ντοματών)
Τις τομάτες
- τομάτες

Έτσι κλίνεται η τομάτα, αλλά στην αιτιατική του ενικού και στην γενική του πληθυντικού προφέρεται ντομάτα, προφορά που διατηρείται και στην ονομαστική και στις άλλες πτώσεις και γίνεται ντομάτα. 

Αυτό μπορεί να γίνεται για λόγους ευφωνίας και περισσότερο σε γλωσσικά δάνεια, αφού ίσως τα δυο στιγμιαία «τ» δυσκολεύουν την προφορά της, ή γενικότερα σε λέξεις που δεν είναι πολύ γνωστές, όπως το άμεσο δάνειο από την τουρκική «τορβάς» που λέγεται «ντορβάς» και ίσως είναι περισσότερο γνωστό από τη φράση: «έβαλα το κεφάλι μου στον τορβά»; Που προφέρεται «στο ντορβά» και χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο

Επίσης και το γράψιμο της σαν «ντομάτα», ίσως έχει να κάνει με την προφορική της χρήση της, αφού το «τομάτα» ακούγεται κάπως λόγιο και χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπως στη βοτανική.

Άρα η λέξη ντομάτα δεν είναι κάτι που μπορεί να θεωρηθεί λάθος.

Παρακάτω θα μιλήσουμε για τα πάθη των φθόγγων, δηλαδή τον τρόπο που αλλάζει μια λέξη για να ακούγεται καλύτερα και αφορά και και τα σύμφωνα, όπως είπαμε πιο πάνω για την ντομάτα αλλά και τα φωνήεντα. Επίσης έχουμε σημειώσει το σημείο που αφορά τη λέξη ντομάτα.

Φθογγικά πάθη ή πάθη των φθόγγων

Τα πάθη των φθόγγων -φωνηέντων και συμφώνων- είναι αλλαγές που συμβαίνουν όταν δυο φθόγγοι βρίσκονται «διαδοχικά» ή δίπλα-δίπλα στην ομιλία και τη γραφή. Οι αλλαγές έχουν να κάνουν με τα φωνήεντα αφορούν την ένωση δυο φωνηέντων (συναίρεση), την αφαίρεση ενός φωνήεντος πριν από άλλο (έκθλιψη), η συνίζηση (το ε και το ι πριν από φωνήεν προφέρονται σαν ένα) και το απόσπασμα (το ε και το ι αφαιρούνται). Επίσης έχουν να κάνουν και με τα σύμφωνα. Αυτά είναι η αφομοίωση (ένα σύμφωνο γίνεται ίδιο με το διπλανό του), ή η αποβολή (αφαιρείται ένα σύμφωνο) και η παράθεση (προστίθεται ένα σύμφωνο). Οι αλλαγές αυτές βοηθούν στην ευκολότερη προφορά.

Πάθη φωνηέντων

Απαλοιφή

Δυο φωνήεντα συναντιούνται σε μια λέξη, το λιγότερο ισχυρό απαλείφεται: Μια λέξη τελειώνει με φωνήεν και η επόμενη αρχίζει με φωνήεν, το λιγότερο ισχυρό απαλείφεται και στη θέση του μπαίνει απόστροφος ('). Το πιο ισχυρό φωνήεν είναι το α και το λιγότερο ισχυρό το ι. Η σειρά τους είναι η εξής: α,ο,ου,ε,ι. Ανάμεσα σε σύμφωνα ή όταν τελειώνει μια λέξη με φωνήεν και ακολουθεί σύμφωνο μπορεί να χαθεί το φωνήεν.

Συνίζηση

Μετά από φωνήεν ή δίφθογγο «ι» (ι,η,υ,ει,οι) και «ε» (ε,αι) όταν ακολουθεί φωνήεν μπορεί να προφέρονται μαζί. Σε περιπτώσεις που είναι δύο ε μαζί το ένα γίνεται ι. «ι»: Άδεια (από εργασία) - άδεια (μπουκάλια). «ε»: εννέα -εννιά

Συναίρεση

Δυο γειτονικά φωνήεντα ενώνονται σε ένα. Όταν είναι ίδια το ένα αφαιρείται, όταν είναι διαφορετικά μένει το πιο δυνατό: δεκαέξι-δεκάξι. Εκτός από ένωση μπορεί να υπάρξει και συμπροφορά με έκθλιψη (προφορικός λόγος), αφαίρεση και κράση: Χάνεται το τελικό φωνήεν πριν από αρχικό φωνήεν με απόστροφο: τα άλλα - τ’άλλα.

Έκθλιψη

Όμοια φωνήεντα, μόρια θα και να,αντωνυμίες με, σε, το, τα, προθέσεις από, σε, για (σε. για έκθλιψη μπροστά από ανόμοιο φωνήεν), το επίρρημα μέσα (και μπροστά από φωνήεν και σύμφωνο), ο σύνδεσμος και (γίνεται κι, χωρίς απόστροφο).

Αφαίρεση

Χάνεται το αρχικό φωνήεν λέξης μετά από τελικό φωνήεν προηγούμενης και απόστροφος: θα έχει - θα ΄χει. Ρήματα με τονισμένο ε και ι, όταν προηγείται προσωπική αντωνυμία, ερωτηματικό που, και μόρια θα, να. Δεν σημειώνεται απόστροφος στους αδύναμους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας μένα, σένα και στα επιρρήματα δω, κει.

Αποκοπή

Χάνεται το τελικό φωνήεν μπροστά από αρχικό σύμφωνο και απόστροφος. φέρε το - φέρ’ το. Το τελικό ς χωρίς απόστροφο.

Συγκοπή

Μέσα σε μια λέξη χάνεται ένα φωνήεν ανάμεσα σε δύο σύμφωνα (όχι απόστροφος): φέρετε - φέρτε.

Πάθη αρχικών φωνηέντων

Αποβολή: Λέξεις χάνουν το αρχικό φωνήεν: εμπρός - μπρος. Η διατηρούν αλλά όχι σε παράγωγα: ήλιος -λιακάδα.
Πρόταξη: Λέξεις παίρνουν στην αρχή φωνήεν: σκιά - ίσκιος.
Αλλαγή: Αλλάζει το αρχικό φωνήεν μιας λέξης: όμορφος - έμορφος - εύμορφος.

Πάθη Συμφώνων

Πάθη στον προφορικό και στον γραπτό λόγο:

Αποβολή του γ ανάμεσα σε φωνήεντα

Χάνεται το γ ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: λέγω - λέω.

Ανάπτυξη του γ ανάμεσα σε φωνήεντα 

Προσθήκη ενός γ «ευφωνικού» ανάμεσα σε δύο φωνήεντα με την ίδια προφορά: έκαιε - έκαιγε

Πάθη μόνο στον προφορικό λόγο:

Το τελικό ν ή αφομοίωση ως προς το σημείο της άρθρωσης

Αφομοίωση του τελικού ν με το πρώτο σύμφωνο της επόμενης λέξης (στον προφορικό λόγο) και γίνεται χειλικό πριν από χειλικό (ν -> π,μπ), χειλοδοντικό μπροστά από χειλοδοτνικό (ν -> φ,β) και υπερωικό πριν από υπερωικό (ν -> κ,γκ, χ, γ). Αυτό παρατηρείται στο άρθρο τον, την, των, στην προσωπική αντωνυμία τον,την στα άκλιτα δεν, μην, σαν και στις λέξεις όταν, λοιπόν κ.λπ.: Για παράδειγμα ν + κ: τον καιρό, ακούγεται σαν το(ν)γκαιρό, το ν γίνεται γκ.

Αφομοίωση ως προς την ηχηρότητα

α. Ηχηροποίηση ενός στιγμιαίου συμφώνου (π-τ-κ) μετά από έρρινο: την τομάτα -> τη(ν) ντομάτα.

β. Ηχηροποίηση ενός συμφώνου όταν ακολουθείται από ηχηρό σύμφωνο: μας δώσανε -> μαζδώσανε. προφέρεται με ζ και όχι με σ.

Τα γραμματικά φαινόμενα τα βρήκαμε εδώ.

Άρα η λέξη ντομάτα προέρχεται από ηχηροποίηση του στιγμιαίου τ σε ντ. Και είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στα σύμφωνα και μόνο στον προφορικό λόγο.

«Αρχαία» πάθη φωνηέντων και συμφώνων

Κατά την έρευνα που κάνω στο διαδίκτυο έχω παρατηρήσει κάτι. Όταν ψάχνω για ένα φαινόμενο γραμματικής ή συντακτικού πέφτω πάνω σε «διπλούς» κανόνες που με μια πρόχειρη ματιά μπορεί να μην καταλάβω αμέσως πως αναφέρονται στην αρχαία ελληνική, κάτι συνειδητοποιώ από τα παραδείγματα που είναι πολυτονικά. Το λογικό «παράδοξο» είναι πως η γραμματική ή το συντακτικό της αρχαίας ελληνικής μου δίνει πιο αναλυτικές και κατανοητές απαντήσεις για τα νέα ελληνικά.

Το ίδιο έγινε και εδώ αφού σε κάποιο σημείο έψαχνα τα πάθη των φωνηέντων και των συμφώνων και χωρίς να το καταλάβω κοίταζα σε λήμμα της αρχαίας ελληνικής. Έτσι με επιφύλαξη ως προς το αποτέλεσμα πρόσθεσα και τα στοιχεία από το λήμμα στα αρχαία για λόγους ολοκλήρωσης του άρθρου, αντιπαραβολής και για τη διαπίστωση πως ορισμένα στοιχεία της καθομιλουμένης που προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά εξηγούνται αναλυτικότατα σε αυτά τα παραδείγματα όπως το «νυχθημερόν» που χρησιμοποιούμε στα νέα ελληνικά σαν διαχρονικό δάνειο.

Πάθη φωνηέντων

Συναίρεση

Είναι η συγχώνευση δυο φωνηέντων (ή φωνήεντος και διφθόγγου) στη σειρά μέσα σε μια λέξη σε ένα μακρό φωνήεν ή δίφθογγο: τιμάει - τιμᾷ. προέλεγον - προύλεγον. Η συλλαβή της συναίρεσης τονίζεται μόνο αν τονιζόταν κάποια από τις συλλαβές, αν όχι δεν τονίζεται: τιμάω - τιμῶ, αλλά τίμαε - τίμα. Η λήγουσα από συναίρεση παίρνει περισπωμένη όταν τονιζόταν η πρώτη συλλαβή και οξεία όταν τονιζόταν η δεύτερη. τιμάω - τιμῶ και ἐσταώς -> ἐστώς.

Συνηρημένα και σύνθετα: Τα συνηρημένα β’ κλίσης τονίζονται στην ίδια συλλαβή σε όλες τις πτώσεις στην οποία τονίζεται η ονομαστική του ενικού: τὸ ὀστέον > ὀστοῦν, τοῦ ὀστέου > ὀστοῦ, τῷ ὀστέω > ὀστῷ, κλπ.

Το ίδιο και στα σύνθετα (αντίθετα με τον κανόνα) που ήταν στην ονομαστική του ενικού παροξύτονα: ὁ ἔκπλοος > ἔκπλους, τοῦ ἐκπλόου > ἔκπλου (αντί τοῦ ἐκπλοῦ), τῶν ἐκπλόων > ἔκπλων (αντί ἐκπλῶν) κτλ.

Κράση

Είναι η συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρχικλο φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης: τὰ ἄλλα - τἆλλα.

Το σημάδι που γράφεται πάνω από το φωνήεν της κράσης είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα. καὶ ἐγώ - κἀγώ. Αν προκύπτει δίφθογγος η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν: τὰ αὐτά - ταὐτά. Όταν η πρώτη λέξη τύπος μόνο με ένα φθόγγο με δασεία (ὁ, οἱ, ἡ, αἱ, ἥ, ὅ, οὗ κτλ.) στη θέση της κορωνίδας σημειώνεται δασεία: ὁ ἀνήρ - ἁνήρ, ὁ ἄνθρωπος - ἅνθρωπος.

Κράση συνήθως παθαίνουν: οι τύποι του άρθρου και της αναφορικής αντωνυμίας ὅς, ἥ, ὅ, που λήγουν σε φωνήεν ή διφθογγο και το κλητικό ὦ. Η λέξη ἐγὼ με την λέξη οἶδα ή οἶμαι. Ο σύνδεσμος μέντοι με το μόριο ἄν, ο σύνδεσμος καί καὶ ἐγὼ = κἀγώ, καὶ εἶτα = κᾆτα. η πρόθεση προ.

Έκθλιψη

Είναι η αποβολή του τελικού βραχύχρονου φωνήεντος μιας λέξης πριν από το αρχικό φωνήεν (ή διφθογγο) της επόμενης: οὔτε αὐτός = οὔτ' αὐτός. Στην έκθλιψη κατά τη σύνθεση όχι απόστροφος. Στις άκλιτες ο τόνος χάνεται με το φωνήεν και στις κλιτές και το ἑπτὰ ανεβαίνει στην προηγούμενη συλλαβή σαν οξεία: φημὶ ἐγώ -> φήμ' ἐγώ, ἑπτὰ ἦσαν -> ἕπτ' ἦσαν.

Ειδικές περιπτώσεις

Αν μετά την έκθλιψη απομείνει άφωνο ψιλόπνοο (κ,π,τ) και η επόμενη δασύνεται, τότε το ψιλόπνοο γίνεται σαν το αντίστοιχο δασύπνοο, δηλαδή το κ -> χ, το π -> φ, το τ -> θ. κατὰ ἡμῶν = καθ' ἡμῶν. Αν μετά την έκθλιψη απομείνουν δύο ετερόφωνα ψιλόπνοα (κτ και πτ) τότε μπροστά από δασεία γίνονται δασύπνοα: νύκτα (καὶ) ἡμέραν = νυχθημερόν.

Αφαίρεση, υφαίρεση

Η αφαίρεση είναι η αποβολή του αρχικού βραχυχρόνου φωνήεντος όταν η προηγούμενη λήγει σε μακρόχρονο και σημειώνεται απόστροφος στη θέση του βραχύχρονου: ὦ 'γαθέ, εἴη 'ξ ἐμοῦ (αντί εἴη ἐξ ἐμοῦ).

Η Υφαίρεση γίνεται μέσα στην ίδια λέξη όταν υπάρχουν δυο βραχύχρονα φωνήεντα ή αποβολή του ι των διφθόγγων μπροστά από φωνήεν: Ἡρακλέεα - Ἡρακλέα, βοηθόος - βοηθός, Ἀρειοπαγίτης - Ἀρεοπαγίτης ή στη νέα ελληνική αρματολόγος ή αρματολόος - αρματολός.

Πρόσληψη προσθέτων ή ευφωνικών συμφώνων

Κάποιες λέξεις που λήγουν σε φωνήεν, μπροστά από άλλες που αρχίζουν με φωνήεν παίρνουν σύμφωνα που βοηθούν στην ευφωνία, δηλαδή την αποφυγή της χασμωδίας. Τα σύμφωνα αυτά είναι το ν και το κ (ή χ) τα οποία λέγονται πρόσθετα ή ευφωνικά.

Το ευφωνικό ν το παίρνουν πριν από φωνήεν κλιτές και άκλιτες λέξεις σε -σι: εἴκοσι(ν), λέγουσι(ν) και τύποι γ’ ενικού των ρημάτων σε -ε και -ο και ο ρηματικός τύπος του εστί: ἔλυε(ν), ἔλυσε(ν), ἦλθε(ν), ἐστί(ν).

Το ευφωνικό κ το παίρνει το αρνητικό οὐ μπροστά από φωνήεν με ψιλή. Όταν το φωνήεν έχει δασεία το κ γίνεται δασύπνοο χ: οὐ λέγω (σύμφωνο), οὐκ ἔχω (φωνήεν με ψιλή), οὐχ ὑπομένω (φωνήεν με δασεία).

Συγκοπή: Είναι η αποβολή βραχύχρονου φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα. γι-γέν-ομαι = γίγνομαι και στη νέα ελληνική κορυφή - κορφή.

Ανάπτυξη: Είναι η προσθήκη φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα για ευκολότερη προφορά: ἀνδρ-ά-σι.

Μετάθεση: Είναι η μετατόπιση ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε άλλη θέση σε μια λέξη: Μυτιλήνη - Μιτυλήνη, Πνύκα - Πύκνα και στη νέα ελληνική Ιθάκη - Θιάκι, όνειρο - είνορο.

Αφομοίωση

Είναι η αλλαγή ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε όμοιο με το φωνήεν της επόμενης ή προηγούμενης συλλαβής του θέματος: ἅτερος -> ἕτερος (το α γίνεται ε), Ἐρχομενός -> Ὀρχομενός (το ε γίνεται ο σαν τα άλλα δύο φωνήεντα), ὀβελός -> ὀβολός (το ε γίνεται ο όπως και τα άλλα φωνήεντα). Στη νέα ελληνική σορόκος αντί σιρόκος.

Αντιμεταχώρηση

Είναι η αμοιβαία αλλαγή ενός μακρόχρονου φωνήεντος (Μ) με το χρόνο του επόμενους βραχύχρονου (Β): τοῦ βασιλῆος - τοῦ βασιλέως, (ΜΒ>ΒΜ) και τῆς πόληος -> τῆς πόλεως (ΜΒ>ΒΜ)

Ποιοτική μεταβολή ή τροπή

Είναι η αλλαγή ενός φωνήεντος σε άλλο φωνήεν του ίδιου χρόνου (βραχύχρονο σε βραχύχρονο, μακρόχρονο σε μακρόχρονο): λέγω - λόγος, βρέχω - βροχή, ἀμείβω - ἀμοιβή.

Ποσοτική μεταβολή (βράχυνση ή συστολή, έκταση, αντέκταση)

Είναι η αλλαγή του μακρόχρονου φωνήεντος σε βραχύχρονο και το αντίστροφο, έτσι η ποσοτική μεταβολή παρουσιάζεται σαν:

Βράχυνση: Το μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγος γίνεται βραχύχρονο: δίδωμι - δίδομαι, δῶρον - δόσις, ἵστημι - ἵστᾰμαι, τίθημι - τίθεμαι, θέσις.

Έκταση: Το βραχύχρονο φωνήεν γίνεται μακρόχρονο: ποιέω - ποιήσω και ποιητής, δηλόω - δηλώσω και δήλωσις.

Αντέκταση ή αναπληρωτική έκταση: Είναι η έκταση ενός βραχύχρονου μπορεί να γίνει και με αποβολή ενός ή περισσοτέρων συμφώνων που ακολουθούν: τάλᾰν-ς - τάλᾱς, ἕν-ς - εἷς, λυθέντ-ς - λυθείς.

Πάθη συμφώνων

Αποβολή

Συμβαίνει όταν αφαιρείται ένα (ή περισσότερα) σύμφωνο στην αρχή, στο εσωτερικό ή στο τέλος μιας λέξης. Αποβολή έχουμε όταν:

Το σ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σύμφωνα ή φωνήεντα. Σε αρχαιότατους χρόνους όταν βρισκόταν στην αρχή πριν από φωνήεν δεν ακουγόταν και γινόταν αντικατάσταση από δασεία που συνόδευε το αρχικό φωνήεν. Ανάμεσα σε σύμφωνα: ἐστάλσθαι - ἐστάλθαι, ανάμεσα σε φωνήεντα: ἐλέγεσο - ἐλέγεο και με συναίρεση - ἐλέγου και στην αρχή της λέξης: σέπομαι - ἕπομαι, σίστημι - ἵστημι.

Το j (γιοτ) από τους παλαιότατους χρόνους αφαιρέθηκε μπροστά από τη λέξη και αντικαταστάθηκε με δασεία. Στο εσωτερικό της λέξης αφαιρέθηκε χωρίς εννοείται δασεία:  jῆπαρ = ἧπαρ, τιμάjω = τιμάω -ῶ.

Το F (δίγαμα) στην αρχή της λέξης πριν από φωνήεν ή μέσα στη λέξη ανάμεσα σε δύο φωνήεντα αποβλήθηκε: Fέργον - ἔργον, Fοῖνος - οἶνος.

Το ν πριν από το σ αποβάλλεται ή με αντέκταση του προηγουμένου βραχύχρονου ή χωρίς αντέκταση: μέλᾰν-ς - μέλᾱς (με αντέκταση στην ονομαστική του ενικού) και κτεν-σὶ - κτεσί (χωρίς αντέκταση στη δοτική του πληθυντικού) και ποιμέν-σι - ποιμέσι.

Τα οδοντικά τ,δ,θ πριν από το σ αποβάλονται:ἐλπίδ-ς - ἐλπίς, ὄρνιθ-ς - ὄρνις.

Τα συμπλέγματα ντ, νδ, νθ πριν από το σ αποβάλλονται με αντέκταση του προηγουμένου βραχύχρονου φωνήεντος: τοῖς λεόντ-σι - λέουσι.

Όχι τελικά σύμφωνα όταν βρεθούν το τέλος μιας λέξης χωρίς άλλη κατάληξη αφαιρούνται: (τοῦ σώματ-ος) τὸ σώματ -> τὸ σῶμα .

Ανάπτυξη

Είναι η προσθήκη ενός συμφώνου στο θέμα μιας λέξης. Γίνεται για λόγους καλύτερης προφοράς και συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις:

Ανάμεσα στο μ και το ρ ή στο μ και το λ, όπου προστίθεται ο φθόγγος β: (από το μεσημερία =) μεσημ-ρία -> μεσημβ-ρία και στη νέα ελληνική χαμηλά -> χαμλά -> χαμπλά.

Ανάμεσα στο ν και το ρ, αναπτύσεται ο φθόγγος δ: (από το ἀνέρ-ος  με συγκοπή: ἀνρ-ὸς =) ἀνδρὸς.

Μπροστά από το αρχικό ρ αναπτύσεται και ένα άλλο ρ (διπλασιάζεται) πριν από βραχύχρονο φωνήεν από αύξηση, αναδιπλασιασμό ή σύνθεση με άλλη λέξη: ῥίπτω - ἔρριπτον - ἔρριφα, ῥητός - ἄρρητος - ἀπόρρητος. ῥωστός - ἄρρωστος, αλλά: εὔρυθμος, εὔρωστος.

Μετάθεση του j ή επένθεση

Είναι η μετακίνηση σε άλλη θέση μέσα σε μια λέξη ενός βραχύχρονου φωνήεντος και του ημίφωνου j. Αυτό γίνεται όταν βρίσκεται μετά από το -αν-, -αρ-, -ορ- και πριν από το ν ή το ρ  και ενώνεται με το προηγούμενο α, ο σε αι,οι: (θ. μαραν-, πβ. ἐ-μαράν-θην) μαράν-jω - μαραίνω, (θ. μελαν-, πβ. μέλαν-ος), ἡ μέλαν-jα - μέλαινα. Στη νέα ελληνική χαμαϊλί -> χαϊμαλί.

Ένωση συμφώνων ή συγχώνευση

Σε κάποιες περιπτώσεις ένα σύμφωνο συγχωνεύεται με κάποιο άλλο. Αυτό γίνεται στις παρακάτω περιπτώσεις:

Όταν το ουρανικό (κ, γ, χ) βρίσκεται πριν από το σ ενώνεται σε ξ: πίνακ-ς -> πίναξ, πίνακ-σι -> πίναξι.

όταν το χειλικό (π, β, φ) βρίσκεται πριν από το σ ενώνεται σε ψ: κώνωπ-ς -> κώνωψ.

Το ημίφωνο j μετά από ουρανικά (κ, γ, χ) ή  σπανιότερα μετά από οδοντικά τ και θ συγχνέυεται σε σσ ή ττ: φυλάκ-jω -> φυλάσσω ή φυλάττω, ἀλλάγ-jω -> ἀλλάσσω ή ἀλλάττω.

Μετά από οδοντικό δ συγχωνεέται σε ζ: παίδ-jω -> παίζω, ἐλπίδ-jω -> ἐλπίζω.

Μετά από τα συμπλέγματα ντ, νδ, νθ συγχωνεύτηκε με το οδοντικό τ, δ, θ σε σ και με αποβολή του ν και αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος: πᾰ΄ντ-jα -> πᾰ΄νσα -> πᾶσα.

Αφομοίωση συμφώνων

Είναι η αλλαγή ενός συμφώνου σε σύμφωνο όμοιο με άλλο αμέσως επόμενο ή προηγούμενο σε μια λέξη:

Χειλικά (π, β, φ) πριν από ένρινο μ, αφομοιώνεται και γίνεται μ: βλέπ-μα - βλέμμα, τρῖβ-μα - τρῖμμα.

Το συριστικό σ μετά από υγρό (λ, ρ) ή ένρινο (μ, ν) σε αρχιοτάτους χρόνους αφομοιώθηκε με αυτό αρχικά και μετά έγινε απλοποίηση ομοίων συμφώνων (λλ, ρρ - μμ, νν) και αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου: (στέλλω, θ. στέλ-) ἔ-στελ-σα -> έστειλα. (κρίνω, θ. κρῐν-) ἔ-κριν-σα -> ἔκριννα -> ἔκρινα.

Το συριστικό σ πριν από το ένρινο ν, αφομοιώνεται με αυτό: σβέσ-νυ-μι -> σβέννυμι, Πελοπόσ-νησος -> Πελοπόννησος.

Το ημίφωνο j σε αρχαιοτάτους χρόνους: Ύστερα από λ αφομοιώνεται με αυτό: (θ. σφαλ-) σφάλ-jω -> σφάλλω. Μετά από το ν ή το ρ και πριν από αυτά υπήρχε ε,ι,υ αφομοιώθηκε με το ν ή το ρ και μετά με απλοποίηση των όμοοιων συμφώνων και αντέκταση του προηγουμένου ε σε ει του ῐ σε ῑ και του ῠ σε ῡ: (θ. ἀμῠν-) ἀμύν-jω -> ἀμύννω -> ἀμύνω.

Το ένρινο ν μπροστά από ένρινο μ ή από τ αυγρά λ, ρ αφομοιώνεται με αυτά: πάν-λευκος -> πάλλευκος, συν-ρέω -> συρρέω, παλίν-ροια -> παλίρροια.

Ανομοίωση συμφώνων

Σε αντίθεση με την αφομοίωση για την διευκόλυνση της προφοράς αποφεύγονται δυο όμοια σύμφωνα σε διαδοχικές συλλαβές μιας λέξης. Αυτό λέγεται ανομοίωση και είναι δύο ειδών:

Ανομοίωση με τροπή

Όταν δυο γειτονικές συλλαβές σε μια λέξη αρχίζουν από άφωνο δασύπνοο τότε γίνεται τροπή της πρώτης στο αντίστοιχο ψιλόπνοο (το χ γίνεται κ το φ -> π και το θ -> τ): (χορεύω) χε-χόρευκα -> κεχόρευκα, θρίξ, ταῖς θριξὶ (θ. θριχ-), αλλά: τριχός (αντί θριχός), τρίχες (αντί θρίχες).

Ειδικές περιπτώσεις: Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν γίνεται ανομοίωση, αφού το δασύπνοο περικλείεται από συλλαβές με την επίδραση δασύπνοων: ὠρθώθην (όπως ὤρθωσα, ὀρθώσω κτλ.), ἐθέλχθην (όπως ἔθελξα, θέλξω κτλ.).

Η ανομοίωση με τροπή γίνεται και στα υγρά. Έτσι ο λήθ-αλγος έγινε λήθαργος. το δεύτερο λ έγινε ρ. Στη νέα ελληνικά αντίθετα από γρήγορα σε γλήγορα.

Ανομοίωση με αποβολή

Αυτό συμβαίνει όταν σε δυο γειτονικές συλλαβές λέξης υπάρχουν τα ίδια σύμφωνα, το ένα πό τα δύο αποβάλλεται: γίγνομαι -> γίνομαι, γιγνώσκω -> γινώσκω.

Η συλλαβική ανομοίωση ή απλολογία συμβαίνει όταν αποβάλλεται ολόκληρη συλλαβή: τετράπεζα -> τράπεζα, ἀμφιφορεὺς -> ἀμφορεύς. Στη νέα ελληνική ο διδάσκαλος γίνεται δάσκαλος.

Τροπή συμφώνων

Τα σύμφωνα πέρα από τα παραπάνω παθαίνουν και κάποιες άλλες αλλαγές που λέγονται τροπές:

Ουρανικό (κ,γ,χ) ή χειλικό (π,β,φ) πριν από οδοντικό (τ,δ,θ) σε μια λέξη αν είναι ετερόπνοο, γίνεται ομόπνοο με το επόμενο οδοντικό. (ψιλόπνοο πριν από ψιλόπνοο και δασύπνοο πριν από δασύπνοο). Αυτή η τροπή λέγεται συμπνευματισμός: (ἐκλέγ-ω) ἐκλεγ-τός -> ἐκλεκ-τός.

Το ουρανικό κ, χ πριν από το μ γίνεται γ: (πλέκ-ω) πλέκ-μα -> πλέγ-μα. Σε μερικές λέξεις διατηρούνται συμπλέγματα: ἀκμή, δραχμὴ.

Οδοντικό πριν από οδοντικό ή από το μ μετατρέπεται σε σ: (ψεύδ-ομαι) ἐ-ψεύδ-θην -> ἐψεύσ-θην.

Το τ της συλλαβής τι ύστερα από φωνήεν ή ενρινο ν μετατρέπεται σε σ: (πλοῦτος) πλούτιος -> πλούσιος. Σε μερικές λέξεις παραμένει:  αἴτιος.

Το ένρινο ν πριν από ουρανικά (κ,γ,χ) ή από το ξ γίνεται γ, πριν από χειλικά (π,β,φ) ή το ψ γίνεται μ και πριν από οδοντικά (τ,δ,θ) ή πριν το ν μένει ως έχει: συν-χαίρω -> συγχαίρω, αλλά: παλιν-δρομῶ.

Τα γραμματικά φαινόμενα τα βρήκαμε εδώ.

Συνοψίζοντας

Η τομάτα είναι το άμεσο δάνειο της λέξης tomate και έμμεσο της λέξης tomatl. Στην προφορά της ηχηροποιείται το τ και γίνεται ντ (ντομάτα). Στην καθομιλουμένη χρησιμοποιούμε τη λέξη ντομάτα και τη γράφουμε, αλλά στην περίπτωση που θα τη χρησιμοποιήσουμε σε μια επίσημη περίπτωση, όπως στη βοτανική, ή σε μια έρευνα είναι καλύτερο να τη γράφουμε ντομάτα.

Εσείς τι λέτε; Ποια από τις δύο λέξεις προτιμάτε να χρησιμοποιείτε;

Γνωρίζετε από που προέρχεται η λέξη ντομάτα; Το είπαμε παραπάνω. Η λέξη μελιτζάνα; Για να δείτε για την ντομάτα κάντε κλικ εδώ, για τη μελιτζάνα κάντε κλικ εδώ. Αν θέλετε να δείτε για την ιστορία της ντομάτας κάντε κλικ εδώ.

Σχόλια